Πόλεις χωρίς νερό = πόλεις χωρίς
ζωή.
Εύκολα μπορεί να παρατηρήσει
κανείς πως σχεδόν όλες οι πρωτεύουσες των ευρωπαϊκών χωρών, είναι χτισμένες
δίπλα σε ποτάμια ή θάλασσες. Το αποτύπωμα αυτό, αποδεικνύει την διαχρονική
άμεση εξάρτηση των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, από το νερό.
Οι περισσότερες από τις
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, χτίστηκαν δίπλα σε ποτάμια:
1. Αθήνα,
Ελλάδα, Ιλισός ποταμός. 2. Ανδόρρα
λα Βέλια, Ανδόρρα, χειμερινός/εαρινός ποταμός/ρέμα Βαλίρα. 3. Βαντούζ, Λίχτενσταϊν, ποταμός
Ρήνος. 4. Βαρσοβία,
Πολωνία, ποταμός Βιστούλας. 5. Βατικανό,
Βατικανό, ποταμός Τίβερης. 6.Βέρνη,
Ελβετία, ποταμός Άαρ. 7. Βερολίνο,
Γερμανία, ποταμός Σπρέε. 8. Βίλνιους,
Λιθουανία, ποταμοί Βίλνια και Νέρις. 9. Βουκουρέστι, Ρουμανία, ποταμός Ντιμποβίτσα. 10. Βρυξέλλες, Βέλγιο, ποταμός
Σέννα. 11. Γερεβάν,
Αρμενία, ποταμός Ραζντάν. 12. Κίεβο,
Ουκρανία, ποταμός Δνείπερος. 13. Κισινάου, Μολδαβία, ποταμός Μπικ. 14. Λευκωσία, Κύπρος, Πεδιαίος ποταμός (τώρα ρέμα). 15. Λιουμπλιάνα, Σλοβενία, ποταμός
Λιουμπλιάνιτσα. 16. Λονδίνο,
Ηνωμένο Βασίλειο, ποταμός Τάμεσης. 17. Λουξεμβούργο, Λουξεμβούργο, ποταμοί Αλζέτ και Πετρίς. 18. Μαδρίτη, Ισπανία, ποταμός
Μανθανάρες. 19. Μινσκ,
Λευκορωσία, ποταμός Σβίσλατς. 20. Μόσχα, Ρωσία, ποταμός Μόσκοβας. 21. Παρίσι, Γαλλία, ποταμός Σηκουάνας. 22. Ποντγκόριτσα, Μαυροβούνιο,
ποταμοί Ρίμπνιτσα και Μοράτσα. 23. Πράγα, Τσεχία, ποταμός Μολδάβας. 24. Ρώμη, Ιταλία, ποταμός Τίβερης.
25. Σαράγεβο, Βοσνία,
ποταμός Μίλιατσκα. 26. Σκόπια,
Βόρεια Μακεδονία, ποταμός Βαρδάρης (Αξιός). 27. Τίρανα, Αλβανία, ποταμός Τίρανα και ποταμός Λάνα. 28. Τιφλίδα, Γεωργία, ποταμός
Κύρος.
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως από τον γιγαντιαίο, πλωτό ποταμό
Δούναβη, βρέχονται τέσσερεις πρωτεύουσες: 1. Βελιγράδι, Σερβία, 2. Βιέννη, Αυστρία, 3. Βουδαπέστη, Ουγγαρία και 4. Μπρατισλάβα, Σλοβακία, ενώ από
τον ποταμό Σάββα, παραπόταμο του Δούναβη, βρέχεται το Ζάγκρεμπ της Κροατίας και το Βελιγράδι της Σερβίας, στην
κατάληξη του Σάββα στον Δούναβη.
Στις πιο πάνω τριάντα τρεις πρωτεύουσες, θα προσθέσουμε και τις
ακόλουθες έξι οι οποίες βρίσκονται στις εκβολές ποταμών στη θάλασσα και
αποτελούν λιμάνια:
Άμστερνταμ,
Ολλανδία, ποταμός Άμστελ και λιμάνι. Δουβλίνο, Ιρλανδία, ποταμός Λίφφεϊ και λιμάνι. Ελσίνκι, Φινλανδία, ποταμός
Βάνταα και λιμάνι. Λισαβόνα,
Πορτογαλία, ποταμός Τάγος και λιμάνι. Ρέικιαβικ, Ισλανδία, ποταμός Ελλιδάας και λιμάνι. Ρίγα, Λετονία, ποταμός
Νταουγκάβας και λιμάνι. Δηλαδή τριάντα εννέα πρωτεύουσες βρέχονται από τα νερά
ποταμών.
Ακόμα δύο πρωτεύουσες, βρίσκονται στο σημείο όπου λίμνες χύνονται
στη θάλασσα: Στοκχόλμη,
Σουηδία, Λίμνη Μέλαρεν, λιμάνι στη Βαλτική θάλασσα. Τάλιν, Εσθονία, Λίμνη Ούλεμιστε, λιμάνι στη θάλασσα του
Κόλπου της Φινλανδίας.
Υπάρχουν φυσικά και
πρωτεύουσες που δεν έχουν ποτάμια, είναι όμως θαλάσσια λιμάνια. Η Ευρώπη έχει
πέντε τέτοιες: 1. Βαλέτα,
Μάλτα, 2. Κοπεγχάγη,
Δανία, 3. Μονακό,
Μονακό, 4. Μπακού,
Αζερμπαϊτζάν και 5. Όσλο,
Νορβηγία, με το Μπακού να πρωτοτυπεί ως λιμάνι λίμνης, έστω και αν αυτή
ονομάζεται “θάλασσα” (Κασπία).
Εξαίρεση αποτελούν μόνο δύο
πρωτεύουσες κρατών της Ευρώπης: Ο Άγιος Μαρίνος, της Δημοκρατίας του Αγ. Μαρίνου που είναι
κάστρο και η Σόφια της
Βουλγαρίας. Ο Αγ. Μαρίνος, αποτελεί εξαίρεση για ιστορικούς λόγους, καθώς ο
λόγος της ανεξάρτητης ύπαρξής του ήταν το Κάστρο και η ορεινή του θέση, η οποία
χρησίμευσε ως καταφύγιο σε δύσκολους καιρούς. Όσο για τη Σόφια, αποτελούσε το
σημείο ελέγχου στο εμπορικό και διαμετακομιστικό πέρασμα της κοιλάδας της
Σόφιας, ανάμεσα στο όρος Βίτοσα και την οροσειρά του Αίμου. Η κοιλάδα
ήταν βασικό πέρασμα από την αρχαιότητα, συνδέοντας την Αδριατική θάλασσα και την Κεντρική Ευρώπη με
τη Μαύρη θάλασσα και το Αιγαίο πέλαγος. Έχει όμως και σχέση με το νερό. Όχι
γιατί τη διασχίζουν μικρά ποταμάκια, αλλά επειδή έχει πολλές
υδάτινες και ιαματικές πηγές.
Αν και έμοιαζε αυτονόητο πριν από εκατό, έως και
χιλιάδες χρόνια, να ζουν οι άνθρωποι δίπλα στο νερό, τόσο από βιολογική ανάγκη
όσο και από ανάγκη ευζωίας, οι κυβερνώντες, το κυνήγι του κέρδους και το
οικονομικοκοινωνικό σύστημα που ονομάζουμε “καπιταλισμό”, κατέστρεψε σε πολλές
περιπτώσεις αυτή τη σχέση των πόλεων και των ανθρώπων τους με το νερό. Οι
υδάτινοι δρόμοι, μετατράπηκαν σε λεωφόρους για να μη “χαραμιστούν” άλλα “πιο
χρήσιμα” εδάφη/οικόπεδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ιλισσός. Ο Μεταξάς
κατά την περίοδο της δικτατορίας που επέβαλε στην Ελλάδα, δεν βασάνισε, εξόρισε
και κατέστρεψε μόνο ανθρώπους. Με το ίδιο πνεύμα φέρθηκε και στη Φύση. Διάσημος
ήταν ο κομπασμός του: “Θάπτομεν τον Ιλισσόν” όταν με καμάρι εγκαινίασε την
επιχωμάτωση. Το έγκλημα συνεχίστηκε και μετεμφυλιακά, ιδιαίτερα από τις
κυβερνήσεις του “Συναγερμού” και της ΕΡΕ, οπότε και μπαζώθηκαν ακόμα και τα
ρέματα της Αθήνας και των περιχώρων της.
Αντίστοιχα, τόσο στον Πειραιά και το Φάληρο, όσο
και σε λιμάνια του εξωτερικού, επιχωματώθηκαν παράκτιες ζώνες, ώστε να
επεκταθούν οι οικοδομήσιμες περιοχές.
Το Μονακό για παράδειγμα, άρχισε τις
επιχωματώσεις κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και συνέχισε έκτοτε ασταμάτητα.
Ειδικά μετά το 1970, “δημιουργήθηκαν” νέα εδάφη μέσω επιχωματώσεων, έκτασης άνω
των δύο εκατομμυρίων στρεμμάτων. Η γη αξίζει πολλά στο Μονακό άλλωστε.
Τα “μπαζώματα” ποταμών και παραλιών, έγιναν
συνηθισμένη πρακτική σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Τα κέρδη ήταν πολλά για όσους
τα εκμεταλλεύτηκαν. Οι ζημιές όμως; σε ποιον καταλήγουν;
Οι πλημμύρες των τελευταίων δέκα – είκοσι χρόνων,
ανέδειξαν το πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο. Τα ορμητικά νερά της
βροχής, δεν βρίσκουν τους πανάρχαιους δρόμους τους. Βρίσκουν μπάζα, οικοδομές
και παράκτια φαραωνικά έργα. Τα ορμητικά νερά όμως, δεν είναι “συζητήσιμα”. Δεν
μπορούμε να τα πείσουμε για το οτι κοστίζει πολλά η επανόρθωση, οπότε θέλουμε
να αλλάξουν “συμπεριφορά”. Το νερό, θα ακολουθήσει τον πανάρχαιο δρόμο του.
Είναι όμως σημαντικό να αναδείξουμε και έναν άλλο
παράγοντα εκτός των καταστροφών σε υποδομές και πολεοδομικά συγκροτήματα. Έναν
παράγοντα που μάλλον είναι ακόμα πιο σημαντικός: Την ποιότητα ζωής των
ανθρώπων….
Οι ρυθμοί της ζωής, η θερμοκρασία του τόπου
κατοικίας, οι φυσικοί ήχοι που χάνονται και οι τεχνητοί που αυξάνονται, η
μυρωδιά της φύσης, η αύρα, τα χρώματα, δηλαδή ότι φυσικό χάθηκε και ότι τεχνητό
μας επιβλήθηκε, με απόλυτη βεβαιότητα άλλαξαν τη ζωή των ανθρώπων προς το
χειρότερο. Όχι μόνο στον τομέα της φυσικής ζωής, όχι μόνο στις ανάγκες του
οργανισμού μας για άλλης ποιότητας περιβάλλον, αλλά κυρίως στον τομέα της
ψυχολογίας μας. Πολυάριθμες μελέτες από ειδικούς επιστήμονες, έχουν καταδείξει
τον βιασμό των ψυχών μας και την καταστροφική επιρροή στις συμπεριφορές όλων
των ανθρώπων, από την απώλεια ενός τρόπου ζωής δίπλα στην αληθινή φύση.
Οι προοδευμένες κοινωνίες, αλλά και οραματιστές
επιστήμονες σε πολλές χώρες, προτείνουν την αλλαγή. Προτείνουν μεθόδους και
τρόπους για να αποκατασταθεί στο μέτρο του δυνατού, η φυσική κατάσταση και η
επαναδιατύπωση της σχέσης των πόλεων και των πολιτών με το νερό.
Ένα επιτυχημένο παράδειγμα, είναι η πόλη του
Όσλο. Ένα τμήμα του λιμανιού της πόλης, σχεδιάστηκε εκ νέου. Αξιοποιήθηκαν
παλιές αποθήκες και κανάλια και μετατράπηκαν σε παραλιακή ζώνη αναψυχής,
περιπάτου και διασκέδασης ήπιας μορφής. Μέχρι και τεχνητή παραλία διαμορφώθηκε
και οι κάτοικοι της πόλης κολύμπησαν και πάλι στα νερά του μυχού του φιορδ,
μετά από δεκαετίες. Η ζωή των πολιτών, άλλαξε σε μεγάλο βαθμό, αφού η αλλαγή
συμπεριέλαβε και ρυθμίσεις στο εσωτερικό της πόλης.
Σε πολλές μεγάλες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης,
αποκαλύπτονται ποτάμια και οι αυτοκινητόδρομοι αντικαθίστανται από χώρους
περιπάτου και αναψυχής.
Ακόμα και στην τεχνηέντως μίζερη Ελλάδα,
καθηγητές του Πολυτεχνείου και άλλοι επιστήμονες, έχουν καταθέσει προτάσεις για
αξιοποίηση των απομειναριών του Κηφισού και του Ιλισού, ακόμα και αποκάλυψή
τους σε αρκετά σημεία, με παράλληλη αναδιαμόρφωση της κοίτης και των όχθεών
τους. Δυστυχώς όμως, οι πολιτικοί δεν έχουν τη βούληση και οι πολίτες διστάζουν
να πιέσουν για αλλαγές, αλλοτριωμένοι ίσως από την ιδέα του “βολέματος” και του
κέρδους από το υπάρχον κτηματομεσιτικό κατεστημένο, αλλά και αδυνατώντας να
κατανοήσουν το πόσο σημαντικές θα ήταν οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή
εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων της πόλης.
Το ζήτημα όμως παραμένει: Χωρίς νερό, οι πόλεις
πεθαίνουν και μαζί τους και οι άνθρωποί τους.
Η καταστροφή άλλωστε, έρχεται όταν οι άνθρωποι
αδυνατούν να διδαχθούν από τη μνήμη των ιδίων, αλλά και της Φύσης. Όπως έγινε
και στο “νησί του Πάσχα”. Όταν Πολυνήσιοι εποίκισαν το απομονωμένο νησί,
φτάνοντας εκεί με μεγάλες πιρόγες, βρήκαν ένα νησί κατάφυτο. Μεγάλα, πανάρχαια
δέντρα κάλυπταν την επιφάνειά του. Οι έποικοι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται στον
εύφορο τόπο. Με τα ξύλα των δέντρων κατασκεύαζαν τα σπίτια τους και έφτιαχναν
τα πλεούμενα που χρησιμοποιούσαν για να ψαρεύουν. Ο ρυθμός της “ανάπτυξης” ήταν
ανεξέλεγκτος. Την καταστροφή συμπλήρωσαν και τα μη ενδημικά τρωκτικά που
έφτασαν στο νησί μαζί με τους εποίκους, μέσα στα πλοιάριά τους και έτρωγαν τους
σπόρους των δέντρων και τα βλαστάρια των νέων φυτών.
Όταν κόπηκε το τελευταίο δέντρο, πιθανά κανείς
δεν συνειδητοποίησε την καταστροφή. Το απογυμνωμένο νησί, δεν μπορούσε να
προσφέρει πια τίποτα. Καρποί: μηδέν. Καυσόξυλα: μηδέν. Ξυλεία για κατασκευές:
μηδέν. Το χειρότερο όλων: ξυλεία για βάρκες: μηδέν. Χωρίς βάρκες, δεν υπάρχει
ψάρεμα όμως. Άρχισαν να τρώνε τα τρωκτικά. Οι αρχαιολόγοι, μαζί με τα αποφάγια
των τελευταίων κατοίκων, βρήκαν ανθρώπινα οστά, βγάζοντας το ασφαλές συμπέρασμα
πως οι κάτοικοι κατέφυγαν στον κανιβαλισμό.
Τα παράξενα αγάλματα που κατασκεύασαν, κοιτάνε
όλα προς τη θάλασσα, σαν ξόρκι για το κακό και σαν πρόσκληση προς μια ελπίδα,
μια λύση, που ποτέ δεν ήρθε….
Οι σύγχρονες κοινωνίες, δεν βλέπουν το τέλος που
έρχεται και χτίζουν κι αυτές τα δικά τους “ξόρκια”. Τα ονομάζουν “ανάπτυξη”,
χρήμα, “προσέλκυση κεφαλαίων”. Τους δίνουν τη μορφή που έχουν οι πολυτελείς
ουρανοξύστες. Κοροϊδεύουν τον κόσμο μιλώντας π.χ. για το “μεγαλύτερο
μητροπολιτικό πάρκο της Ευρώπης”, ως πρόσχημα για να χτίσουν εκατοντάδες
πολυτελείς κατοικίες και πολυκαταστήματα.
Όμως η εξέλιξη, η κανονική λειτουργία της φύσης,
είναι αμείλικτα. Δεν συγχωρούν. Δεν πείθονται από μεγαλοστομίες, ούτε
ενδιαφέρονται για τα κέρδη του real estate.
Δεν εκδικούνται καν, γιατί απλά δεν
“ενδιαφέρονται” για το πιο καταστροφικό θηλαστικό του πλανήτη μας. Εμείς πρέπει
να ενδιαφερθούμε, εμείς πρέπει να αλλάξουμε ό,τι λάθος φτιάξαμε, να
επιδιορθώσουμε ό,τι καταστρέψαμε, να θεραπεύσουμε την ύβρη προς τη Φύση. Οι
αρχαίοι Λαοί σε όλη τη Γη, θεοποίησαν τη φύση και τα στοιχεία της, για να
εμπεδώσουν στις κοινωνίες τον σεβασμό προς αυτά. Οι “πολιτισμένοι”,
αποποιήθηκαν εκείνους τους Θεούς και τους αντικατέστησαν με τον ένα και
μοναδικό: το κέρδος. Ήρθε όμως η ώρα για την αναστήλωση των Θεών εκείνων και
για την επαναφορά του σεβασμού προς τη Φύση.
Η ώρα για αλλαγές, ήταν χθες. Ίσως όμως
προλαβαίνουμε και σήμερα. Η ιστορία, μας δείχνει πως αύριο θα είναι πολύ αργά.
Αναστάσιος Ν. Πανταζίδης
Στέλεχος Πολιτικής Προστασίας.
Ιδρυτικό μέλος του Διεθνούς Οικοσοσιαλιστικού Δικτύου και των Οικοσοσιαλιστών Ελλάδας.




d.jpg)